Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Ενα μουσείο κραυγή για τη Στυμφαλία




Η διάσωση της περίφημης λίμνης όπου ο μυθικός Ηρακλής σκότωσε τις τρομερές όρνιθες είναι η πρώτη μέριμνα του πρώτου μουσειακού ιδρύματος περιβάλλοντος, το οποίο εγκαινιάζεται σήμερα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας


Το πρώτο μουσείο περιβάλλοντος στην Ελλάδα ανοίγει επισήμως σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, τις πύλες του από το Πολιτιστικό Ιδρυμα του Ομίλου Πειραιώς. Εδράζεται εκεί ακριβώς όπου ο μύθος αναφέρει ότι τεράστια τρομακτικά πτηνά με ψηλά πόδια και σιδερένιες φτερούγες έτρωγαν ζώα και μικρά παιδιά. Οι στυμφαλίδες όρνιθες είχαν γίνει τόσες πολλές που όταν πετούσαν όλες μαζί έκρυβαν τον ήλιο. Αυτά τα πτηνά ήταν που αφάνισε με τα φαρμακερά βέλη του ο Ηρακλής.

Σήμερα η Στυμφαλία δεν απειλείται από... όρνιθες αλλά από την εγκατάλειψη. Στη θέση των θάμνων όπου κρύβονταν οι όρνιθες βρίσκονται πυκνά καλάμια που πρέπει να καθαριστούν. Στην ευαισθητοποίηση, ως εκ τούτου, αποσκοπεί το μουσείο το οποίο εγκαινιάζεται εκεί ακριβώς όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, πραγματοποιήθηκε ο ένατος άθλος του Ηρακλή, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Καρόλου Παπούλια.

Η λίμνη Στυμφαλία, τεράστιας οικολογικής αξίας, χρειάζεται μαζική επιστράτευση για να εξακολουθήσει να ζει. Αυτός ο νοτιότερος ορεινός υγροβιότοπος των Βαλκανίων που περιβάλλεται από επιβλητικούς όγκους, απειλείται από μικροοργανισμούς του πλούσιου οργανικού της κόσμου που έχουν δημιουργήσει πυκνά καλάμια τα οποία την εμποδίζουν να «αναπνεύσει».

Αυτή είναι, σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς κυρία Ασπασία Λούβη, η κυριότερη αποστολή του μουσείου: «Να αποτελέσει, εκτός από πόλο έλξης επισκεπτών, πόλο ενέργειας και δράσης για τον καθαρισμό και τη διάσωση της λίμνης».

Το Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας αναφέρεται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη περιοχή. «Το σοβαρότερο έκθεμά μας είναι η παρουσίαση της πανίδας και της χλωρίδας της λίμνης» τονίζει η κυρία Λούβη. Στον μεγάλο εκθεσιακό χώρο του αναπτύσσονται δύο ενότητες.

Η πρώτη αφορά το περιβάλλον της περιοχής και η δεύτερη αποτυπώνει τον τρόπο που αυτό επηρέασε την ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας, και ειδικότερα των παραδοσιακών επαγγελμάτων. «Ο μουσειακός χώρος μάς μιλάει, μεταξύ άλλων, για τα γεωλογικά φαινόμενα που δημιούργησαν τη λίμνη, τους ανθρώπους και τους οικισμούς που συνδέθηκαν μαζί της.

Μας παρουσιάζει το Αδριάνειο Υδραγωγείο, έργο του Αδριανού, το γοτθικό μνημείο των κιστερκιανών μοναχών της περιόδου της Φραγκοκρατίας αλλά και τις ήπιες δραστηριότητες, όπως η κτηνοτροφία ή οι καλλιέργειες που αναπτύχθηκαν τριγύρω από τη λίμνη. Δραστηριότητες επέτρεψαν στο ευρύτερο περιβάλλον να δασωθεί. Αυτός είναι και ο σκοπός του μουσείου» καταλήγει η κυρία Λούβη.

Το μουσείο αποτελεί αποτέλεσμα μεγάλης προσπάθειας που χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με την αρωγή της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ στόχος του ιδρύματος του ομίλου είναι επίσης η δημιουργία του Μουσείου Μαστίχας στη Χίο, του Μουσείου Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα και του Μουσείου Τεχνολογίας Ελληνικής Τυπογραφίας στην Κέρκυρα.

Το μουσείο χτίστηκε στην πλαγιά ενός από τους κατάφυτους λόφους που περιβάλλουν τη λίμνη. Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού υπήρξε η ίδια η λίμνη, προς την οποία έχει εξασφαλιστεί απρόσκοπτη θέα. Το κτίριο προβάλλει από το επικλινές έδαφος, δηλώνοντας έντονα την παρουσία του ως σημείου υποδοχής του επισκέπτη.

Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν φυσικά υλικά, ενώ για τον σχεδιασμό του αξιοποιήθηκαν θετικά στοιχεία του τοπικού κλίματος όπως οι δροσεροί άνεμοι για τη φυσική ψύξη και η ηλιακή ενέργεια για τους χειμερινούς μήνες. Για τους λόγους αυτούς, το κτίριο, έργο των αρχιτεκτόνων Τάση Παπαϊωάννου και Δημήτρη Ησαΐα, τιμήθηκε με ειδική μνεία στα Βραβεία Αρχιτεκτονικής 2008 του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής και συμπεριλήφθηκε στην έκδοση «Τhe Ρhaedon Αtlas of 21st Century World Αrchitecture».

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
η Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας: 20016 Στυμφαλία, τηλ. 27470 22296,

Το μουσείο λειτουργεί καθημερινά, εκτός Τρίτης 10.00-

18.00 (1 Μαρτίου- 15 Οκτωβρίου) και 10.00-17.00 (16 Οκτωβρίου- 28 Φεβρουαρίου).

http://www.tovima.gr

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

ΚΕΪΤ ΜΟΣ Πιρουέτες με τον Μπαρίσνικοφ







«Βaryshnimoss» είναι ο τίτλος της συνεργασίας -έκπληξης ανάμεσα στο τοπ μόντελ και στον αειθαλή χορευτή και χορογράφο. Η ανακοίνωσή της έχει ήδη προκαλέσει ποικίλες συζητήσεις στον κόσμο του θεάματος και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Θα εγκαταλείψει άραγε η 36χρονη Βρετανίδα τον έντονο τρόπο ζωής της για χάρη του εν λόγω φιλόδοξου πρότζεκτ;
O Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ αγαπά τη μόδα. Στον ρόλο του Αλεξάντρ Πετρόφσκι, του γοητευτικού εικαστικού καλλιτέχνη ο οποίος- όπως το σενάριο του τηλεοπτικού «Sex and the city» θέλησε- κάποια στιγμή βρέθηκε στον δρόμο της πρωταγωνίστριας Κάρι Μπράντσο, κατάφερε να εντυπωσιάσει τη fashion icon αγαπημένη του χαρίζοντάς της το ροζ κοκτέιλ φόρεμα τουΟσκαρ ντε λα Ρέντα, το οποίο εκείνη είχε πριν από μερικές ημέρες θαυμάσει στις σελίδες της αμερικανικής «Vogue».

Στα διαδοχικά βλέμματα ευγνωμοσύνης, συγκίνησης και έκπληξης της Κάρι, ο Πετρόφσκι απάντησε με χαρακτηριστική άνεση, λέγοντάς της με χαμόγελο και με μεγάλη δόση αυτοπεποίθησης: «Ο Οσκαρ είναι φίλος μου!».Απ΄ ό,τι φαίνεται όμως, ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ αγαπά τη μόδα και εκτός τηλεοπτικού πλατό.

Η διαθεσιμότητά του να συνεργαστεί με την Κέιτ Μοςσ΄ ένα χορευτικό ντουέτοέκπληξη, το οποίο θ΄ αποτυπωθεί σε μικρής διάρκειας κινηματογραφική ταινία με τον- προσωρινό ίσως- τίτλο «Βaryshnimoss», αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία θα υπογράψει οΜάικλ Κλαρκ, ο τρίτος διάσημος της παρέας, ενώ προκειμένου ν΄ αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του πρότζεκτ, το 36χρονο τοπ μόντελ δηλώνει έτοιμο ν΄ αφήσει στην άκρη την έντονη ζωή και να εργαστεί σκληρά.

Αφενός μεν θα κάνει ιδιαίτερα μαθήματα μπαλέτου με τον Κλαρκ, αφετέρου δε θα μπει σε ειδικό, τρίμηνης διάρκειας, πρόγραμμα προετοιμασίας προτού αρχίσουν τα γυρίσματα στη Μασσαλία, τον προσεχή Ιούλιο.

«Η Κέιτ πρέπει να είναι σε φόρμα, υγιής και όμορφη κι έτσι τα ξενύχτια και τα πάρτι μέχρι πρωίας ενδείκνυται να περιοριστούν. Η ίδια δείχνει πολύ χαρούμενη με την προοπτική της συνεργασίας αυτής και είναι διατεθειμένη να κάνει ό,τι χρειάζεται»δήλωσε σε βρετανική εφημερίδα άνθρωπος της παραγωγής του φιλμ, χωρίς ωστόσο να πείσει απόλυτα, αφού με δεδομένο τον βίο και την πολιτεία της 36χρονης Βρετανίδας, τα περί υγιεινής ζωής προκαλούν πράγματι δυσπιστία.

Οι προσδοκίες από την άλλη πλευρά ακούγονται ρεαλιστικές. Πρόκειται για ένα φιλμ «κομμένο και ραμμένο» επάνω στους δύο πρωταγωνιστές, επομένως η Μος δεν χρειάζεται να κατακτήσει επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο μιας πρώτης χορεύτριας κάποιου μεγάλου συγκροτήματος.

Στα 62 του χρόνια άλλωστε ο Μπαρίσνικοφ, ένας από τους σημαντικότερους χορευτές του 20ού αιώνα, σε ανάλογη κλίμακα με αυτή του Νιζίνσκικαι τουΝουρέγεφ, καίτοι παραμένει γοητευτικός και χορευτικά δραστήριος, δεν μπορεί πλέον να συναγωνιστεί το υπέρλαμπρο παρελθόν του. Το φιλμ αναμένεται να παρουσιαστεί σε κάποια φιλανθρωπικού χαρακτήρα εκδήλωση, ενώ επιδίωξη της παραγωγής είναι να υπάρξει η δυνατότητα να παιχθεί και για το ευρύ κοινό.

Μοντέλο -πολυτεχνίτισσα
Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που η Κέιτ Μος εκφράζει το ενδιαφέρον της για τον χώρο της τέχνης. Εκτός του ότι το πρόσωπό της έχει εμπνεύσει σημαντικούς σύγχρονους καλλιτέχνεςτον Λούσιαν Φρόιντ, για παράδειγμα, ο σχετικός πίνακας του οποίου πουλήθηκε αντί του ποσού των 3,93 εκατ. στερλινών σε δημοπρασία του οίκου Christie΄s το 2005-, η ίδια έχει κατά καιρούς δοκιμαστεί σε διάφορα πεδία πέραν αυτού του μοντέλου και της σχεδιάστριας μόδας.

Εχει εμφανιστεί σε μουσικά βιντεοκλίπ- τουΕλτον Τζον, τηςΜάριαν Φέιθφουλ, τουΤζόνι Κας κ.ά.-, έχει κάνει φωνητικά σε συγκροτήματα (μεταξύ άλλων και σε αυτό του πρώην αγαπημένου τηςΠιτ Ντόερτι, με τον οποίο γνωρίστηκαν στο πάρτι γενεθλίων της το 2005 και χώρισαν επεισοδιακά τον Ιούλιο του 2007, παρ΄ ότι σχεδίαζαν να παντρευτούν) και έχει επίσης επιχειρήσει ένα σύντομο πέρασμα από το πλατό βρετανικών τηλεοπτικών σειρών.

Καίτοι τίποτε εξ αυτών δεν γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία, η ίδια φαίνεται ότι παραμένει ανοιχτή στις προκλήσεις. Αλλωστε, και παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις, έχει αποδείξει εντυπωσιακή αντοχή στις «στραβοτιμονιές».

Μητέρα μιας οκτάχρονης κόρης και παράλληλα γνωστή για τους πολύκροτους δεσμούς της και για την αγάπη της για τη νυχτερινή ζωή, η Κέιτ Μος- το αντι-σούπερ μοντέλο της δεκαετίας του 1990, λόγω του ασυνήθιστα χαμηλού για το επάγγελμά της ύψους και της σχεδόν ανορεξικής φιγούρας της, η οποία μάλιστα κάποια στιγμή είχε προκαλέσει και την αρνητική κριτική του τότε προέδρου των ΗΠΑΜπιλ Κλίντον - έχει ποζάρει για περισσότερα από 300 εξώφυλλα σημαντικών περιοδικών, ενώ το 2007 κατατασσόταν 2η στη λίστα του «Forbes» με τα πλέον ακριβοπληρωμένα μοντέλα, με απολαβές εννέα εκατομμυρίων δολαρίων σε διάστημα ενός έτους.

Δύο χρόνια νωρίτερα, είχε ξεσπάσει το πολυσυζητημένο σκάνδαλο της χρήσης κοκαΐνης, το οποίο της κόστισε βεβαίως την ακύρωση αρκετών σημαντικών συμβολαίων. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία πάντως η Μος κέρδισε περισσότερα χρήματα μετά το σκάνδαλο απ΄ ό,τι πριν απ΄ αυτό, αφού ένα χρόνο μετά την αποκάλυψή του επανέκαμψε δριμύτερη και... περισσότερο ακριβοπληρωμένη.

Ο Μίσα και οι κάμερες

Ο ΜΠΑΡΙΣΝΙΚΟΦ, παρά την ήδη εξαιρετικά επιτυχημένη του πορεία ως χορευτή προτού ακόμη αυτομολήσει από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ενωση αρχικά στον Καναδά και αργότερα στις ΗΠΑ, ανακάλυψε αρκετά νωρίς τη γοητεία, αλλά και τη δύναμη της τηλεοπτικής και της κινηματογραφικής κάμερας.

Τον πρώτο του ρόλο στη μεγάλη οθόνη μάλιστα τον ερμήνευσε λίγο μετά την άφιξή του στη Νέα Υόρκη, υποδυόμενος έναν ρώσο χορευτή στην ταινία τουΧέρμπερτ Ρος«Κρίσιμη καμπή» («Τurning Ρoint», 1977) και δη κερδίζοντας υποψηφιότητα για το βραβείο Οσκαρ... Εκτοτε το φλερτ του με τον φακό συνεχίστηκε σταθερά και στην περίπτωσή του μπορεί να πει κανείς ότι στέφθηκε με επιτυχία. Το αν, εν προκειμένω, η ηλικία του αποτελεί «άλλοθι» για τις περιορισμένες χορευτικές ικανότητες της λαμπερής παρτενέρ του θα φανεί στο πανί. Φυσικά, και στο χειροκρότημα...

Πηγή:http://www.tovima.gr


Κύριε Μπαρίσνικοφ, είστε ένας από τους σπουδαιότερους χορευτές του αιώνα αλλά και ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός στη σκηνή, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Πώς θα περιγράφατε την σχέση μεταξύ χορού και υποκριτικής; Με ποιόν τρόπο συνδέονται ή αλληλοτροφοδοτούνται οι δυο αυτές τέχνες;

Χμμ… η υποκριτική και ο χορός είναι δύο εντελώς διαφορετικοί τομείς, κι ο καθένας προφανώς απαιτεί μια σειρά από μοναδικές, ειδικές δεξιότητες. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές οι χορευτές καλούνται να ερμηνεύσουν υποκριτικά, αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραιτήτως αλήθεια. Η πρώτη μου επαφή με την υποκριτική ήταν, φυσικά, μέσω του μπαλέτου, αλλά αυτό το είδος της παντομίμας συνήθως δεν δουλεύει έξω από αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο.

Για εμένα σήμερα, η υποκριτική είναι ένα παράλληλο και δευτερεύον ενδιαφέρον και σίγουρα δεν είναι η βασική μου ασχολία, παραμένει όμως μια μορφή τέχνης την οποία αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά. Η δυσκολία στο να ακολουθεί κανείς μια καριέρα στην υποκριτική, αλλά και στο χορό, συχνά έγκειται στο πρόγραμμα – δηλαδή στο να βρεις έναν τρόπο να αφοσιώνεσαι στο ένα, διατηρώντας ταυτόχρονα το κορμί και το μυαλό που απαιτείται για το άλλο.

Όταν χορεύετε, σε τι κατάσταση βρίσκεστε εσωτερικά; Πώς προετοιμάζεστε πριν βγείτε στη σκηνή και τι συμβαίνει τη στιγμή που εμφανίζεστε;

Αυτό που ελπίζω να συμβαίνει είναι να είμαι παρών. (Παύση.) Για να είμαι ειλικρινής, έχω πολύ άγχος και τρακ, και μου δημιουργεί νευρικότητα ακόμη και η σκέψη ότι θα βγω στη σκηνή ενώ προσπαθώ να απαντήσω αυτή την ερώτηση!

Γιατί χορεύετε; Τι σας κινεί; Όταν τα πράγματα είναι δύσκολα, τι είναι αυτό που σας κρατάει;

Μερικές φορές ρωτάω κι εγώ τον εαυτό μου ακριβώς αυτή την ερώτηση. Μήπως είναι η αρρωστημένη απόλαυση που αντλώ από το ότι συνεχίζω να χορεύω μετά από τόσα χρόνια; Σοβαρά τώρα, είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους συνεχίζω να χορεύω.

Ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι συνεχίζω να συνάπτω νέες καλλιτεχνικές σχέσεις και εξακολουθώ να ανακαλύπτω καινούργιες ευκαιρίες. Και επειδή προσπαθώ να δουλεύω σε διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικούς καλλιτέχνες, με ενδιαφέρει πάντα το πώς θα δουν οι θεατές αυτή τη δουλειά, με εμένα ως το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς από το ένα κομμάτι στο άλλο. Φυσικά, αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχω την δυνατότητα να δουλεύω κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ποια είναι για σας η σχέση μεταξύ χορού και πνευματικότητας; Πάνε μαζί αυτές οι δύο λέξεις; Αν ναι γιατί, κι αν όχι, γιατί όχι;

Αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Συνήθως, η λέξη πνευματικότητα κουβαλά κάποιου είδους θρησκευτικό συνειρμό, και φυσικά η τέχνη και η θρησκεία ήταν, για αιώνες, δύο έννοιες συνυφασμένες. Και είναι γεγονός ότι ο χορός ειδικά έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο θρησκευτικής έκφρασης.

Αλλά εσείς ίσως μιλάτε για αυτή την πλευρά της εσωτερικής ύπαρξης του καθένα – ακόμη κι ενός άθεου – που μπορεί να ονομαστεί «πνευματική». Φυσικά και θέλω να ζήσω τη ζωή μου βιώνοντας πνευματική πληρότητα, και παρόλο που δεν συμβαίνει πάντοτε, αγωνίζομαι να την γεύομαι κάθε φορά που χορεύω.

....Αναλογίζομαι το τίμημα και σκέφτομαι τις άπειρες φωτογραφίες του με μπαταρισμένα πόδια και αστραγάλους, τις πολλαπλές εγχειρήσεις στα γόνατά του. Μοιάζει να μη λυπάται τον εαυτό του, όπως και τόσοι άλλοι χορευτές, που όμως «καίγονται» δεκαετίες πριν από αυτόν, ενώ εκείνος συνεχίζει να χορεύει…

Πόσο πόνο εμπεριέχει η δουλειά σας και πώς κατορθώνετε να τον διαχειρίζεστε;

Πολύ πιο εύκολα διαχειρίζεται κανείς τον σωματικό πόνο παρά τον συναισθηματικό, κι εγώ τον έχω πια συνηθίσει.

Η εθνικότητά σας ποια θεωρείτε ότι είναι; Πού αισθάνεστε να ανήκετε;

Θεωρώ τον εαυτό μου Αμερικανό, και αισθάνομαι ότι ανήκω στις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με την οικογένειά μου. Αλλά θα πω επίσης και ότι είμαι ευτυχής σε κάθε γωνιά του πλανήτη, και ελπίζω πως κάποιοι ίσως με θεωρούν πολίτη του κόσμου.

Ποιοι είναι οι στόχοι σας για το μέλλον;

Πραγματικά προσπαθώ να μην θέτω πάρα πολλούς στόχους για το μακρινό μέλλον, τουλάχιστον όχι για τον εαυτό μου, παρόλο που θα σας πω το εξής: προτίθεμαι να δουλέψω πολύ σκληρά για να διασφαλίσω ότι το Κέντρο Χορού Μπαρίσνικοφ θα συνεχίσει να ανθίζει και να εξελίσσεται. Ελπίζω το Κέντρο στην Νέα Υόρκη να μπορέσει να παίξει τουλάχιστον έναν μικρό ρόλο στο εξής: να εξασφαλίσει ότι οι καλλιτέχνες θα εξακολουθούν να θέτουν στους εαυτούς τους και στο κοινό τους προκλήσεις μέσω του αληθινού πειραματισμού και της συνεργασίας. Και αν θέλετε μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.bacnyc.org για να δείτε και άλλες φιλοδοξίες μου!

Ο φυγάς του Βορρά, βασιλιάς στη Δύση

Κατά τη διαδρομή του από τη Ρίγα της Λετονίας, όπου γεννήθηκε, στα Μπαλέτα Κίροφ του Λένινγκραντ και από εκεί στη μεγάλη έξοδο προς τη Δύση, η ζωή του Μπαρίσνικοφ έχει όλα τα συστατικά ενός κινηματογραφικού μπλοκμπάστερ. Αυτή είναι η ιστορία ενός ελεύθερου ανθρώπου. Ο Μπαρίσνικοφ γεννήθηκε στις ακτές της Βαλτικής, στην ειδυλλιακή Ρίγα, πρωτεύουσα της Λετονίας (τότε ΕΣΣΔ).

Στην καταπράσινη Ρίγα, όμως, διάσημη για τα πανέμορφα αρ νουβό κτίριά της, η πρώτη του αίσθηση ταυτότητας ήταν αυτή του εξόριστου, καθώς και οι δυο του γονείς ήταν Ρώσοι. Ξεκίνησε σπουδές μπαλέτου σε ηλικία εννέα ετών, ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του – η οποία αυτοκτόνησε όταν ο Μίσα ήταν δώδεκα ετών. Στα 15 του μετεγράφηκε στην σχολή μπαλέτου Βαγκάνοβα, μετακομίζοντας στο Λένινγκραντ, όπου μαθήτευσε δίπλα στον θρυλικό δάσκαλο Αλεξάντερ Πούσκιν, μέντορα πολλών αστέρων των Μπαλέτων Κίροφ.

Ο μεγάλος δάσκαλος και η γυναίκα του πήραν τον Μπαρίσνικοφ υπό την προστασία τους, φιλοξενώντας τον μάλιστα στο σπίτι τους, όπως είχαν κάνει νωρίτερα και για τον νεαρό Νουρέγεφ. Σύντομα η προτίμηση του Πούσκιν αποδείχτηκε εύλογη. Ο Μπαρίσνικοφ διακρίθηκε αμέσως και τα πρώτα κιόλας χρόνια του στη σχολή κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό Varna.

Τα νέα για το σπάνιο ταλέντο του νεαρού χορευτή, με την άκρα καθαρότητα στην τεχνική και την εξαίσια σκηνική παρουσία ταξίδεψαν γρήγορα. Ένας κριτικός των «New York Times» ταξιδεύει ώς το Λένινγκραντ, παρακολουθεί ένα μάθημα του Πούσκιν και ανακηρύσσει τον Μπαρίσνικοφ «τον τελειότερο χορευτή που είδα ποτέ».

Η εξαφάνιση...

Το ταλέντο, η πειθαρχία αλλά και η σπάνια μυϊκή δύναμη των ποδιών του του χάρισαν γρήγορα μια θέση στα περίφημα Μπαλέτα Κίροφ – ήταν μόλις 18 χρονών όταν ανέλαβε τον πρώτο του ρόλο. Οι εμφανίσεις του, σε ολοένα και σημαντικότερους ρόλους, η ακονισμένη τεχνική του, που έμοιαζε να βγάζει γλώσσα στο νόμο της βαρύτητας, και οι δραματικές του ερμηνείες τον έκαναν γρήγορα διάσημο και εξαιρετικά δημοφιλή σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση. Αργότερα, πάντως, θα γράψει για την άψογη τεχνική του στο βιβλίο του «Baryshnikov at work» (Ο Μπαρίσνικοφ εν ώρα εργασίας): «Δεν έχει σημασία πόσο ψηλά σηκώνεις το πόδι σου. Η τεχνική αφορά τη διαφάνεια, την απλότητα και την ειλικρίνεια της προσπάθειας». Το άστρο του μεσουρανούσε στην τότε ΕΣΣΔ ώς το 1974, όπου, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στον Καναδά, ο εικοσιεξάχρονος Μπαρίσνικοφ εξαφανίζεται.

...Κι η επανεμφάνιση

Λίγες μέρες αργότερα επανεμφανίζεται, αλλά στις καναδικές αρχές, για να ζητήσει πολιτικό άσυλο – μια απόφαση με κίνητρα τόσο καλλιτεχνικά όσο και πρακτικά. Στη Ρωσία, ένας χορευτής του κλασικού μπαλέτου έπρεπε να κινείται εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου – εξαιρέσεις δεν επιτρέπονταν.

Ακόμη, ενώ ο νεαρός Μπαρίσνικοφ επιθυμούσε διακαώς να έρθει σε επαφή και διάλογο με τα νέα κύματα της εποχής του, να συμμετάσχει σε πειραματισμούς και να γνωρίσει τα ίδια του τα όρια, ήταν απίθανο να καταφέρει να ερμηνεύσει μια χορογραφία που να ξεπερνά τις κλασικές φόρμες, μιας και η προσκόλληση στις μπαλετικές παραδόσεις του 19ου αιώνα και στα έργα «σοσιαλιστικής» θεματολογίας ήταν απόλυτη στην ΕΣΣΔ. Επιπλέον, καθότι είναι μετρίου αναστήματος, δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα σε μια μπαλαρίνα στις πουέντ της (διότι θα έδειχνε πιο κοντός απ’ αυτήν), και κατά συνέπεια συχνά περιοριζόταν σε δευτερεύοντες ρόλους.

Έτσι, η ανάγκη του να εισέλθει στον κόσμο του σύγχρονου χορού και της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, έναν κόσμο από τον οποίο ήταν αποκλεισμένος στο Λένινγκραντ, ήταν επιτακτική από κάθε άποψη.

Η εποχή της Αμερικής

Από τον Καναδά, ο Μπαρίσνικοφ πέρασε σύντομα στις ΗΠΑ. Εκεί, αρχικά εντάχθηκε στο δυναμικό του American Ballet, λίγα χρόνια αργότερα, όμως, αποφάσισε να χορέψει για τον Ζορζ Μπαλανσίν και να ενταχθεί στην ομάδα του New York City Ballet. Ο Μπαλανσίν, που είχε κι ο ίδιος εγκαταλείψει τη Γεωργία 50 χρόνια νωρίτερα για να ηγηθεί της αμερικανικής χορευτικής πρωτοπορίας, είχε αρνηθεί να δουλέψει με τους άλλους «φυγάδες προς τη Δύση», δηλαδή με τον Νουρέγιεφ και τη Μακάροβα που είχαν φτάσει στις ΗΠΑ πριν από τον Μπαρίσνικοφ.

Όμως ο Μπαλανσίν είχε ισχυρούς δεσμούς με το μουσικό θέατρο και δη τα κωμικά μιούζικαλ, και ξεχώρισε τον Μπαρίσνικοφ, που πάντοτε αγαπούσε το είδος. Και παρόλο που δεν δημιούργησε ποτέ ένα νέο ρόλο γι’ αυτόν, του δίδαξε όσα ήξερε.

Η επιλογή του νεαρού Μπαρίσνικοφ αργότερα δικαιώνεται, καθώς οι εμφανίσεις του στο Μπρόντγουεϊ αφήνουν εποχή, οι ταινίες στις οποίες συμμετέχει σπάνε ταμεία – μάλιστα «Η κρίσιμη καμπή» του χαρίζει ένα Όσκαρ. Και ποιος δεν θυμάται τις περίφημες έντεκα πιρουέτες του στις «Λευκές Νύχτες» (όπου σχεδόν έπαιζε τον εαυτό του) ή την πιο πρόσφατη εμφάνισή του στο «Sex and the City», όπου ήταν ο μνηστήρας της Κάρι;

Χορός κι Ελευθερία

Το σινεμά κι η τηλεόραση ίσως έκαναν ευρέως γνωστό τον Μπαρίσνικοφ, η σκηνή όμως ήταν που τον έκανε αυτόν που είναι. Ενώ σκηνοθέτησε και ο ίδιος ορισμένες σημαντικές παραγωγές, όπως ο «Καρυοθραύστης» και ο «Δον Κιχώτης», έχει πρωταγωνιστήσει σε πάνω από 100 χορευτικά έργα, κλασικού αλλά και σύγχρονου ρεπερτορίου, πολλά από τα οποία δημιουργήθηκαν ειδικά γι’ αυτόν. Με αυθεντικό ενδιαφέρον για το καινούργιο και το ρηξικέλευθο, και δίχως να φοβάται τα ρίσκα, χόρεψε για κάποιους από τους σημαντικότερους χορογράφους της αμερικανικής πρωτοπορίας, όπως η Τουάιλα Θαρπ, ο Πολ Τέιλορ, ο Τζερόμ Ρόμπινς, η Μάρθα Γκράχαμ, ο Άλβιν Έιλι, ο Μερς Κάνινγκχαμ…

Μόνο κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων στην Αμερική, ο Μπαρίσνικοφ χόρεψε για 13 διαφορετικούς χορογράφους! «Δεν έχει σημασία αν το κάθε μπαλέτο είναι επιτυχία,» έλεγε σε συνέντευξή του στους «New York Times» το 1976, «κάθε καινούργια εμπειρία μου δίνει πολλά». Και το 1978 συμπληρώνει στο βιβλίο του: «Ήμουν εξαιρετικά τυχερός που δούλεψα σε τόσα πολλά καινούργια μπαλέτα, αλλά αυτή είναι η δουλειά του χορευτή».

Γράφει ακόμη, ότι το να χορεύει κανείς διαφορετικές χορογραφίες και στυλ είναι σαν να μαθαίνει ξένες γλώσσες, και ομολογεί ότι όσες κι αν δοκιμάσει «ποτέ δεν είναι αρκετές», καταλήγοντας: «Κάθε μπαλέτο, είτε είναι επιτυχημένο καλλιτεχνικά ή εμπορικά είτε όχι, μου έχει δώσει κάτι σημαντικό. Όλα όσα έχω κάνει μου έχουν δώσει περισσότερη ελευθερία.»

Το 1980 επέστρεψε στο American Ballet Theatre, του οποίου διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής ώς το 1989. Την ίδια χρονιά απέσπασε ένα βραβείο Tony και ένα Drama Critics Award για τη θεατρική του ερμηνεία στην παράσταση «Metamorphosis», στο Μπρόντγουεϊ. Την επόμενη χρονιά, μαζί με τον Μαρκ Μόρις, ίδρυσε την ομάδα White Oak Dance Project, με την οποία περιόδευε

έως το 2002. Από τότε, τα βήματά του εξακολουθούν να τον οδηγούν σε νέες διερευνήσεις και πειραματισμούς…

Θυελλώδεις έρωτες

Στο μεταξύ, η προσωπική του ζωή δεν υπήρξε λιγότερο θυελλώδης από την καλλιτεχνική του πορεία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 γνωρίστηκε με την ηθοποιό Τζέσικα Λανγκ με την οποία το 1981 απέκτησε μια κόρη, την Αλεξάνδρα.

Όταν ο Μπαρίσνικοφ πρωτογνώρισε τη Λανγκ μιλούσε ελάχιστα αγγλικά, πράγμα που δεν τον πτόησε – απλώς ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνούν στα γαλλικά! Ακολούθησε η σχέση του με την Αμερικανίδα μπαλαρίνα Τσέλσι Κίρκλαντ και, τελικά, η τωρινή μακροχρόνια σχέση του με τη χορεύτρια Λίσα Ράινχαρτ, με την οποία έχει τρία παιδιά – τη Σοφία, την Άννα και τον Πίτερ.

Δεν παντρεύτηκε, όμως, ποτέ. Σε συνέντευξή του στον Λάρι Κίνγκ ξεκαθάρισε γιατί: «Δεν πιστεύω στο γάμο επειδή η δέσμευση και η αφοσίωση που αποφασίζουν δύο άνθρωποι να χαρίσουν ο ένας στον άλλο δεν έχει καμία σχέση με νομικές διαδικασίες. Εξάλλου, είμαι άθεος - κι έτσι το να σταθώ μπρος στο ιερό δεν θα σήμαινε τίποτε για μένα».

Ίδρυμα Μπαρίσνικοφ

Ο Μπαρίσνικοφ έχει αφήσει εποχή χορεύοντας από Τσαϊκόφσκι, Σοστακόβιτς και Φίλιπ Γκλας, μέχρι Ντιούκ Έλινγκτον και Φρανκ Σινάτρα. Έχει χορέψει σε σιωπή ή με τη συνοδεία του χτύπου της καρδιάς του.

Έχει υπάρξει ηγετική μορφή του κλασικού μπαλέτου, του χορού τζαζ, του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου χορού, ως ερμηνευτής, χορογράφος, δάσκαλος και καλλιτεχνικός διευθυντής. Στο θέατρο, έπαιξε Μπέκετ και Κάφκα υπό την καθοδήγηση πρωτοπορία κών σκηνοθετών.

Όποιο «κοστούμι» κι αν διαλέγει να φορά, πάντα κινείται εντός του με άνεση, ειλικρίνεια και απόλυτη επιτυχία. Το 2005 εγκαινίασε το Κέντρο Τεχνών Μπαρίσνικοφ (BAC) στην πόλη της Νέας Υόρκης, την επίσημη στέγη του μη-κερδοσκοπικού Ιδρύματος Χορού Μπαρίσνικοφ που ίδρυσε το 1979.

Αποστολή του οργανισμού είναι η ενίσχυση του γενικότερου ενδιαφέροντος για την τέχνη του χορού, καθώς και η ενθάρρυνση της εξέλιξης ερμηνευτών, χορογράφων, σκηνοθετών, συγγραφέων, συνθετών και σχεδιαστών, καθώς και της συνεργασίας ανάμεσά τους.

Το Κέντρο, χρησιμεύει στο Ίδρυμα ως δημιουργικό εργαστήριο, τόπος συνάντησης και χώρος παραστάσεων για μια διεθνή κοινότητα καλλιτεχνών, ενώ προσφέρονται υποτροφίες, αναθέσεις για νέα έργα κ.α. Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στηρίζει ξεκάθαρα τον σύγχρονο χορό με κάθε δυνατό τρόπο, ενώ στα άμεσα πλάνα του είναι και η δημιουργία ενός δικού του θεάτρου.

Μέσω του Ιδρύματός του, αλλά και της πορείας του ως καλλιτέχνη – με το εύρος της γκάμας του, τη φυσική και άμεση υποκριτική του και το απαράμιλλο χορευτικό του χάρισμα, ο Μπαρίσνικοφ επηρέασε καταλυτικά την πορεία του σύγχρονου χορού. «Για μένα, να δουλεύω σημαίνει να ζω», έχει πει.


Πηγή:http://www.tovima.gr